Showing posts with label Διηγήματα. Show all posts
Showing posts with label Διηγήματα. Show all posts

Friday, 23 December 2022

Γουρ(ου)νοχαρά!

 


Γράφει ο Στέλιος Φούντας


Μ’ ένα ξεροκόμματο απ’ το καρβέλι, ελιές και σκελίδα σκόρδο στην παλάμη "ξεκάμπισε" ο Τσίλιας, ο σφαγέας,…γαλότσες μαύρες, παντελόνι παραλλαγής απ’ το παιδί του που ήταν φαντάρος, μαχαίρι κι ακόνι στην πλαϊνή αριστερή τσέπη, καπνοσακούλα και ροζ φυλλάδια καπνοπαραγωγών στη δεξιά τσέπη.

-Θα μας πιάσει η βροχή, γαμούτ’!
-Έχω κρεμάσει και μέσα στο στάβλο τσιγκέλια.
-Θα τα τ'φεκίσουμε στο κεφάλι;
-Θα πουλήσω και τα κεφάλια, ας μη βρούνε σκάγια στο πιάτο τους.
-Φέρε τη βαριοπούλα τότε.
-Θ΄ανεβάσω τα μεγάλα παραπάνω, έχω ρίξει καλαμπόκι κάτω απ’ τις ελιές, να ξεχαστούν, να σκάψουν και τις ελιές, να μην τσιρίζουν, να μη βλέπουν.

Χτύπημα στον αυχένα με τη βαριοπούλα και ο θηριωδής κάπρος έπεσε αργά πρώτα στα δυο του πόδια κι έπειτα ξάπλωσε στο πλούσιο απ’ τις βροχές γρασίδι.

-Θες βοήθειαααα; ρώτησε από μακριά ο βόσκων τα υπόλοιπα μελλοθάνατα γ(ου)ρούνια.
-Κάνε τη δ'λειά σ'! Είναι το παιδί εδώ!
-Θα συνέλθει; ρώτησε το παιδί.

-Δε θα προλάβει ξεστόμισε και τελετουργικά ξεκούμπωσε την αριστερή τσέπη. Λαβή ξύλινη, βρώμικη, σκούρα από αίμα. Λάμα γυαλιστερή, κοφτερή, αν είχε ήλιο θα τους τύφλωνε.
-Τράβα τα πίσω ποδάρια, διέταξε. Το παιδί πλησίασε δειλά, σάπιες ελιές ξεχασμένες απ’ τη συγκομιδή, μισοφαγωμένες απ’ τα πουλιά είχαν καρφωθεί στις σκληρές γουρουνότριχες. Τράβηξε τα πίσω πόδια, ο Τσίλιας τράβηξε το κεφάλι του κάπρου, η μυρωδιά του σκόρδου απ’ το στόμα του σκέπασε την μπόχα του κάπρου.

-Κατοστάρι το κόβω….και κοίταξε το τσιγκέλι στην γέρικη ελιά.
-Θ’ αντέξει; ρώτησε το παιδί. Το μαχαίρι βυθίστηκε στην καρωτίδα, ζεστό κατακόκκινο αίμα πετάχτηκε, το πράσινο χορτάρι έγινε κόκκινο. Ανοιγόκλεινε τα μάτια του ο κάπρος, το παιδί έσκυψε να δει.

-Κράταααα!!! Μη χαζεύεις! Σηκώνονται "στα στραβά" καμμιά φορά. Δε σηκώθηκε. Ριπή κρύου ανέμου διέλυσε την γουρουνίλα και τη σκορδίλα, πάγωσε τον καταρράκτη του αίματος.

-Έρχεται μπουρίνι. Να προλάβουμε. Κι ο δεξιοτέχνης της σφαγής ξεκίνησε το γδάρσιμο. Αίματα, δέρματα κι οι πρώτες χοντρές στάλες της βροχής έπαιζαν μουσική στα τσίγκια του σταύλου, στο αδιάβροχο του παιδιού, υπόκωφοι ήχοι στο σώμα του σφαχτού. Ορχήστρα.  Άνοιξε και τη δεξιά τσέπη, έδωσε την καπνοσακούλα στο παιδί.

-Στρίψε ένα άμα θες και βάλ’τη στο στάβλο να μη βραχεί. Όσο να γυρίσει το παιδί είχε κόψει ήδη τα πόδια στο γόνατο, το κεφάλι όρθιο σ' ένα βράχο, σφίγγα του Τσίλια να κοιτάει κατά τον αστραποβροντούντα Μπούμπ’στο. Το μαχαίρι ανάμεσα στα δόντια του.

-Θα πάθεις δηλητηρίαση απ’ το αίμα, είπε το παιδί, καλός μαθητής στη βιολογία του Γυμνασίου.
-Το’ χα πάθει όταν πρωτόσφαξα δεκαπέντε χρονών, στα χρόνια σου ήμουν. Το’ πε κι αυτό!
-Το τελευταίο θα το σφάξεις εσύ!

-Κάντε γρήγορα ωρέ Τσίλια, είναι άλλα εφτά κομμάτια, ακούστηκε απ’ τ απάνω καταράχι ο κτηνοτρόφος.
-Θα τα στείλω Αγρίνιο κι Αθήνα απόψε με το παιδί, έχω κανονίσει το ταξί απ’ τον Κραβασαρά!
-Θα πας κι Αθηνά, άντε να το κρεμάσουμε στο τσιγκέλι.

Βαρύ. Ασήκωτο. Δράση-αντίδραση, γλιστρούσαν οι γαλότσες του και τα αρβυλάκια του παιδιού στο παχύ χορτάρι στο στρώμα των σάπιων ελιών και φύλλων. Το ξεφλούδισε σα πορτοκάλι, η βροχή δυνάμωνε.

-Είναι γούρι το σφάξιμο στη βροχή, είπε όταν πήρε το μαχαίρι απ’ το στόμα κι άνοιξε την κοιλιά του. Σπλάχνα, εντόσθια και βαριά μυρουδιά ξεχυθήκαν στο χώρο. Γέμισαν λεκάνες, σκαφίδια, σακούλες, λαδόκολλες, χασαπόχαρτα. Έσφαζε, έγδερνε, κάπνιζε. Η βροχή δεν τον σταμάτησε.

-Φέρτε και το πέμπτο…ωραία χοιρινά έχετε, να πεις στον πατέρα σου θα πάρω κι εγώ. Ξέρεις τι ώρα θα πας Αθήνα;
-Δε ξέρω, τώρα τ άκουσα κι εγώ.
-Στην Πετρούπολη έχω την αδερφή μου, να σ’ δώσω τ’ διεύθυνση να της πάτε ένα τέταρτο απ’ τα μεσαία, καμμιά εικοσαριά κιλά;
-Δε ξέρω από Αθήνα, δεν έχω ξαναπάει. Το απόγευμα τέλειωσαν μες τα αίματα, τα δέρματα.

-Εσύ θα πας είπε ο πατέρας στο παιδί, θα μαζέψεις και τα λεφτά. 

Αίματα, δέρματα, περιττώματα, λεφτά. Ονόματα, διευθύνσεις, τηλέφωνα δόθηκαν στο μισθωμένο ταξί. Τσιγαρίλα, κρεατίλα για τέσσερις ώρες, συννεφιά, βροχή, διόδια, διώρυγα, διυλιστήρια, Ελευσίνα, Δαφνί, Αθήνα, Ομόνοια, Πετρούπολη, Λιόσια, Ζωγράφου, Ιλίσια.

-Καλές γιορτές, έφερα το κρέας απ’ το χωριό.
-Χρόνια Πολλά!... κι η αριστερή και δεξιά τσέπη του παιδιού γέμισαν πεντοχίλιαρα, χιλιάρικα, πεντακοσάρικα.

"Είναι γούρι το σφάξιμο στη βροχή"!


- - - - - - - - - - - - - - - - - -

Σχόλιο (Νίκος Ζαρκαδούλας)

Τι έθιμα έχετε εσείς οι Έλληνες τα Χριστούγεννα; ρώτησε. Τι της λες τώρα; Αράδιασα, γαλοπούλες, μελομακάρονα, χριστόψωμα... ώσπου θυμήθηκα το κείμενο του Στέλιου. Αυτό το ρόλο του παιδιού τον έχω πάιξει και γω, σκέφτηκα. Και αν οι εικόνες φαντάζουν σκληρές και αλλόκοτες, έτσι ήταν. Και σε αλλα μέρη της Ελλάδας (εκτός του Ξηρομέρου) ονόμαζαν "γουρνοχαρά" το έθιμο της σφαγής του γουρουνιού  την παραμονή των Χριστουγέννων. Η ιστορία και η γραφή του Στέλιου Φούντα σε βάζει στη σκηνή σα να τη ζεις,  ξαναζωντανεύει τη μνήμη. Βλέπεις ολόγυρα το χωριό με τις καμινάδες να καπνίζουν, ακούς γουρούνια να σκούζουν... η μυρωδιά του σπληνάντερου ή ψημένου χοιρινού κρέατος, η τσίκνα απο τ' καζάνι με τις τσιγαρίδες π' αχνίζει... σου σπαει τη μυτη ....''και του χρόνου παχύτερο"! Ηταν η ευχή! 

Καλά Χριστούγεννα!


Thursday, 25 March 2021

"Οδηγίες" Τσάμικου

 

Σημ. Η φωτογραφία δεν είναι με photoshop, στα τριάντα έπιανα ταβάνι :)
   

Γράφει ο Νίκος Ζαρκαδούλας

    - «Φέτος το θεατρικό έχει και χορό», ανακοίνωσε ο Δάσκαλος ο Ρήτας. 

    - «Όποιος ξέρει να μπει μπροστά», κάποιος είπε δειλά.

     Μιλιά δεν ακούστηκε. Μας έδωσε το χαρτί, το «ρόλο». Χάρηκα. Δε θα παίξω Τούρκο φέτος, όμως το μάτι μου έπεσε στην πρώτη σκηνή: Μπαίνεις σέρνοντας το χορό…. Πρέπει να’ταν Μάρτης του  '77 στην τεράρτη ή πέμπτη τάξη του δημοτικού. Σχολική γιορτή.

     - «Θα πεις ποίημα φέτος;» ρώτησε η μάνα μου

    - «Φέτος δεν έχω μόνο ποίημα θα παίξω και σκετς».

    - «Να δω πότε θα τα μάθεις που πετάς τη σάκα για μπάλα και δε στρώνεσαι»! Μονολόγησε.

    - «Αυτά θα τα μάθω … χορό όμως;» είπα και άλλαξα θέμα.

- «Θέλω στολή!»

     Λεφτά για στολές και φουστανέλες δεν περίσσευαν. Ένα λευκό σεντόνι ή μακρύ τραπεζομάντιλο δίπλωνε με μαεστρία η γειτόνισσα, η θείτσα Θανασία. Δεν το’ ραβε, ίσα που το έπιανε πρόχειρα μ' αραιή βελονιά και με παραμάνες, μη το χαλάσει, δεν ήταν μόνο για μια χρήση.

    Όσο ζύγωναν οι μέρες είχαμε πρόβα και το απόγευμα. Δουλεύαμε καιρό, μα στο χορό δεν τα καταφέρναμε. 

 - «Στην αρχή καλά, μετά χάνεστε».

- «Αν χάσετε το βήμα θα το κόψω, μη φοβάστε, μια στροφή μόνο. Ίσα να βρείτε τις θέσεις στη σκηνή», ανακοίνωσε ο δάσκαλος.

     Κάθε χρόνο έστηνε παράσταση ο Ρήτας. Δυο πράγματα δεν θα ξεχάσω απ' το Δημοτικό. Τις σκηνές που στήναμε στις γιορτές και τις τριανταφυλλιές που μας έβαζε να φυτέψουμε στο προαύλιο. Όλοι δουλεύαμε, και αυτός. Χοντρές σταγόνες ιδρώτα έτρεχαν στο μέτωπό του, έσπρωχνε τα γυαλιά του πίσω στη θέση τους και χαμογελούσε ευτυχισμένος. Στρογγυλοπρόσωπος, γινόταν ακόμα πιο ροδαλός από την έξαψη και τη χαρά, λες και η χειρωνακτική εργασία είναι λυτρωτική, λες και ξεκουράζει το πνεύμα, λες και παίρνει ανάσες το μυαλό. 

     Τη σκηνή τη στήσαμε στη μέση της μοναδικής αίθουσας του σχολείου.  Ανοίξαμε τη μεσαία πόρτα, το χώρισμα από τις δύο «τάξεις». Τα μεγάλα ξύλινα θρανία των τριών τάξεων - Τετάρτης, Πέμπτης και Έκτης - έγιναν θέσεις θεατών, και τα επίπεδα θρανία - τα «παιδικά» - το πάτωμα της σκηνής. Το σανίδι. Φέραμε μπαντανίες και στρώσαμε πάνω και σεντόνια για αυλαία. Ο δάσκαλος έφτιαξε το μηχανισμό να ανοιγοκλείνει. Δάφνες και αφίσες ηρώων του ’21 έκρυβαν τις ατέλειες.

     Ήγγικεν η ώρα. Τέλειωσε η δοξολογία. Όσοι είχαν ζωντανά τα 'χαν αρμέξει, τα «έβγαλαν» και είχαν γυρίσει στο χωριό. Οι άλλες δουλειές μπορούσαν να περιμένουν. 

- «Σήμερα είναι γιορτή», έλεγαν.

    Οι «ηθοποιοί» πίσω απ' τη σκηνή, έτοιμοι, ανυπόμονοι, με ψίθυρους αγωνίας και νευρικά γέλια. Σε κάποιον έφυγε η παραμάνα από τη φουστανέλα και πάλευε να τη φτιάξει. 

Άνοιξε η διπλανή πόρτα και ο κόσμος απ'το προαύλιο χύθηκε να πάρει θέση στην «πλατεία». Έτριζαν τα θρανία και οι καρέκλες, ώσπου τακτοποιήθηκαν όλοι. Κόπασε η βουή. 

Από τη χαραμάδα έριξα μια κλεφτή ματιά στους θεατές, νόμισα όλο το χωριό χωράει στη μια τάξη του σχολείου. 

 - «Καλά  ο πατέρας μου και η μάνα μου, μα ήρθε και η θειά μου που έχει μεγάλα παιδιά και δεν πάνε  σχολείο», σκέφτηκα. 

 - «Σειρά σας, βγαίνετε», φώναξε ο δάσκαλος και έσπρωξε το κουμπί στο κασετόφωνο.  

     Τρέμουλο. «Ωχ! ξέχασα το πρώτο βήμα, πως πάει;» Ο πίσω μου με έσπρωξε. Βγήκαμε. 

«Σαράντα παλληκάρια από την Λειβαδιά

Πάνε για να πατήσουνε την Τριπολιτσά

Στο δρόμο…»

    Το έκοψε!!! 

-----

    - «Σβάρνισες τα ποδάρια'σ’ γλήγορα-γλήγορα και 'τρύπωσες', να μη σε βλέπουμε», η κριτική της μάνας μου. 

Η ίδια χόρευε και τραγουδούσε καλά, όμως τέτοιο "φίντμπακ" στις μέρες μας διώκεται ποινικά. 

- «Δε σ’ άρεσε ε»;

- «Πρωτοχορευτής σε τσάμικο θέλει λεβεντιά, ορθός να’σαι, μ’ ολάνοιχτα χέρια, αργά, μη βιάζεσαι…μη σέρνεις τα ποδάρια».

- «Στο χτύπο πάτα: Ένα, δύο...ένα ...»

    Χρόνια αργότερα, στην Αθήνα, όταν μου περίσσεψαν λίγα χρήματα, πήγα σε μια σχολή χορού. Απωθημένο το ‘χα!

 - «Θέλω να μάθω χορό», είπα σε ένα χοροδιδάσκαλο.

- «Εδώ διδάσκουμε πολλούς χορούς...», άρχισε να εξηγεί. Τον έκοψα:

- «Δεν θέλω πολλούς, έναν θέλω μόνο ….τσάμικο!»

 Ξεκίνησε η πρόβα: Λεβέντης είσαι μάτια μου!

- «Αυτό είναι αργό συρτό», είπα. 
- «Ναί! Συρτός στα τρια, αλλά άσε το χορό τα λόγια άκου, οδηγίες τσάμικου είναι», αποκρίθηκε. Γύρισε το κασετόφωνο πίσω και άφησε τη Βαγγελιώ Χρηστιά να συνεχίσει:
   « Λεβέντης είσαι μάτια μου, λεβέντικα χορεύεις,
    Λεβέντικα πατάς τη γη και δεν την κουρνιαχτίζεις»  

 Φεύγοντας ξαναθυμήθηκα τη μάνα μου:

- «Ορθός, ίσα το κορμί... στις μύτες πάτα, στον αέρα, μη πατάς τη γη!»



 __________________________

 [Σχόλιο: Ο Δάσκαλός μας ήταν ο Ρήτας (Ερωτόκριτος) Πιτσούλιας. Φωτογραφίες απο κείνη την εποχή δεν έχω και δεν ξέρω αν και κάποιος είχε μηχανή να τραβήξει τότε στο χωριό.]  

Sunday, 21 March 2021

Σιωπή


Εδώ στο Αγρίνιο που ήρθα το ’79, τ’ ανάστημα του ανθρώπου μετριούνταν με τη γνώμη του, την άποψή του.
-  «Ωραία μιλάει ο τάδε… μα τι ωραία μιλάει ο δείνα!»
-  «Έχει άποψη o άνθρωπος, φαίνεται στα λόγια του!»
Κοίταζα σαν ξένος της πόλης ετούτης. Στο χωριό τ’ ανάστημα του ανθρώπου μετριόταν με το μόχθο. Στο σπίτι μου με το μόχθο και την σιωπή. Η σιωπή είναι χρυσός, έλεγαν.
Απαξιωμένοι οι φλύαροι, οι πολυλογάδες, οι κενολόγοι. Παρατεταμένες σιωπές όχι από δειλία ή από φόβο. Σιωπές από κούραση, σιωπές από σεβασμό, σιωπές από σεμνότητα. Σιωπές γιατί το κάθε μυαλό ταξίδευε, συνέθετε λύσεις στο πεδίο της πράξης.

-  «Τι νέα Κωστάντω», ρώταγε η θεία ρουφώντας αθόρυβα τον ελληνικό καφέ από χοντρό αντρικό φλυτζάνι.
-   «Αγώνας Σωτήρω μ’»…. βύθισμα του λόγου.
Μαύρα μαντήλια, μαύρα φουστάνια, μαύρες μπέρτες.
-   «Έχει ελιές το Λαγκάδακι; »
-   «Κάτι έχει είπε ο Μπάκιας».
Σιωπή!
Έτριζε μια κλάρα στο τζάκι, γαύγιζε ένα σκυλί, νιαούριζε μια πεινασμένη γάτα ….κι έσκιζαν την σιωπή των τριών γυναικών. Απέριττη ζωή, απέριττη κοινωνία.
- «Κανόνισε γάμο ο Λόλος;», ρώτησε η μάνα μου την κατουνιώτ’σα θειά της.
-   «Ποια να τον πάρει Κωστάντω; Πάνε οι παλιές γυναίκες» .
Μοντάζ δε χρειαζόταν αυτό το πλάνο, τίποτα δεν προεξείχε της ζωής.
-   «Τα παιδιά τι τάξη πάνε;»

Ήθελα να πεταχτώ να πω: πάω πρώτη, κάθομαι με το Νίκο, η δασκάλα λέγεται Δάμαρις, κάνουμε μάθημα μαζί με την Τρίτη, πήρα μπράβο στην ορθογραφία… ήθελα να μιλήσω. Η μάνα μου με κοίταξε και είπε τις απαραίτητες δεκαεννιά λέξεις:
- «Ο Βασίλης σταμάτησε, ο Τάκης πέμπτη γυμνάσιου, ο Γιώργος πρώτη γυμνασίου, η Κική Πέμπτη δημοτικού και το ψιμάδι πρώτη».
Αυλαία πάλι!
«Γιατί δε τα στείλατε Κατούνα Κωστάντω; Θα τα βοηθούσαμε κι εμείς».
- «Είπαμε για καλύτερα, τα φτάνουμε από τη Βελαώρα συντομότερα, είναι κι η κουνιάδα μου στο Αγρίνιο».
Παύση!
- «Καλή πρόοδο», είπε η θεία Σωτήρω και απ’στόμισε* το φλυτζάνι στο πιατέλο.
Δεν υπήρχε χρόνος να τις πιέζει, άγνωστη η βιασύνη και η φλυαρία. Είχαν την εξουσία στο χρόνο γιατί είχαν στο λόγο. Μόνο οι κλάρες στο τζάκι μετρούσαν το χρόνο αποτεφρωμένες.
-  «Κρυώνετε; Να βάλω κάνα χοντρό ξύλο; Μισή ώρα κρατάνε τα λιανά. Κάηκαν κιόλας», ρώτησε η μάνα μου τις δυο θειάδες της από την Κατούνα.
-  «Όχι εμείς ο Στελάκης μην κρυώνει»…. και με κοίταξαν.
-  «Όχι!» απάντησα μονολεκτικά μπαίνοντας στο κλίμα.

Πέρασαν τα χρόνια, είδα και γνώρισα πολλούς ανθρώπους ομιλητικούς, ρήτορες, άριστους χειριστές του λόγου, άκουσα επιχειρήματα, αποδείξεις, αίτια και αιτιατά, δομημένες απαντήσεις, μακροσκελή κείμενα, παραπομπές, υποσημειώσεις, θέματα και παραθέματα εξαντλημένα, «καμένα» όπως λέμε, είδα κοινωνίες να σέρνονται στην επικαιρότητα, λέξεις οργής, καταγγελίας, συνθήματα, προκηρύξεις επαναστατικές, μανιφέστα, ερωτικές εξομολογήσεις, ένα σημείωμα αυτοκτονούντος κι ένιωθα πάντα το περιττό, το άχρηστο, το ανούσιο, τη βία και τον εκβιασμό που ασκεί ο λόγος σ’ αυτόν που τον εκφέρει.

- «Φεύγουμε Κωστάντω, θα περάσει η συγκοινωνία στις έξι για Κατούνα».
«Ο Χρήστος ο Μενελάου είναι με το λεωφορείο, πήρε καινούργιο».
-  «Κουράγιο».
-  «Χαιρετήματα στο Μπάκια».

Η άλλη, η τρίτη γυναίκα δε μίλησε ποτέ. Δε την ξανάδα. Δε ρώτησα ποτέ τη μάνα μου ποια ήταν; Ποιος τολμούσε;
Ένα τέταρτο του αιώνα μετά, στο σπίτι, ξενύχτισμα της νεκρής μάνας. Γέρικα χέρια, λουλούδια κήπου όχι και πολύ κοντά στην μοντέρνα ανθοδετική, αλουμινόχαρτο στους μίσχους. Μπήκε, προχώρησε αγέρωχα και σιωπηλά προς τη σορό. Με κοίταξε. Με αναγνώρισε.
- «Πώς το καταδέχτηκε αυτό η μάνα σου; με ρώτησε αυστηρά».
Την αγκάλιασα. Εφτά λέξεις άκουσα μόνο απ’ αυτή τη γυναίκα σε είκοσι πέντε χρόνια. Απ’ τον Αετό ήταν, έμαθα ήρθε με τα πόδια. Δυο ώρες δρόμο.
Μόχθος, σιωπή και λιτότητα ορίζουν τον άνθρωπο!

-----------------------------------------
 
*απ’στόμισε: γύρισε ανάποδα 

Saturday, 13 March 2021

Θεροσαρακοστή

Γράφει ο Στέλιος Φούντας

Είχε μια σοφίτα η αποθήκη. Είχαμε ανοιχτή καταπακτή κι ανέβαινα.
Μεσούντος του θέρους γεμάτα καπνά τα χωράφια. Ανέβηκα, μέσα σ’ αράχνες, σκόνες και πυρωμένα κεραμίδια βρήκα το χαρταετό. Πήρα μια κουβάρα καπνόσπαγγο που είχαμε για τσ’ αρμάθες, κάτι παλιοεφημερίδες να προσθέσω ουρά κι ανέβηκα στην ταράτσα. Το ιλουστρασιόν απ’ το Ρομάντζο δεν έκανε, ήτανε βαρύ.

Μαΐστρος απ’ την Αμβρακία, ιδανικά μποφόρ. Η μάνα μου σταυροκοπήθηκε. Ο πατέρας μου απ’ το καφενείο τ’ Τάκελου μ' έδειχνε στους φίλους του και γελούσαν.

Σάββατο μάλλον θα ήταν ή παραμονή της Αγίας Παρασκευής. Οι μόνες μέρες του καλοκαιριού που είχαν όνομα, όνομα κι ανάπαυλα απ’ τα καπνά. Οι γυναίκες έπλεναν, οι άντρες έπιναν. Ο μπάρμπα Γιώργος ο Κοκκιός ψήνονταν προσπαθώντας να ψήσει ένα γουρουνόπουλο που είχε ήδη προπωληθεί απ’ το μεσημέρι. Τραχτέρια: Στάγιερ, Μάσεϊ Φέργκιουσον, Μπελαρούς και το Ιντερνασιονάλ τ’ Μπέσσα γέμιζαν τα δυο πάρκινγκ δίπλα απ’ το σπίτι μου. Ξωμάχοι, πεζοί με τη γκλίτσα υπομάλης, λάμβαναν θέση στα τραπεζάκια των δυο καφενείων.

 -«Γέλιο και θέατρο θα μας κάνεις απόψε», είπε η μάνα μου έχοντας μια μπουγάδα στα χέρια ν' απλώσει στην ταράτσα.
- «Τώρα ήβρες ν' απλώσεις ρούχα;» μουρμούρισα, ενοχλημένος που θα μου έπαιρνε χώρο απ’ τη βάση απογείωσης χαρταετών.
- «Σε κοιτάνε όλοι…. καλοκαίρι και χαρταετός για παλαβό θα σε περασ'νε!» 
Δεν έβγαλα κουβέντα!
- «Άπλωσε τα άμα τελειώσεις", συνέχισε και κατέβηκε να τηγανίσει μελιτζάνες και κολοκυθάκια. Μόνο αυτή έτρωγε απ’ αυτά.

Είχα εκπαιδευτεί σε απογειώσεις, σχεδόν κάθετες. Ούτε βοηθό ήθελα, ούτε τροχοδρόμηση δεκάδων μέτρων, όπως έβλεπα στους ατζαμήδες. Εμπρός μου όμως εμπόδιζε η κορφή της κουτσουπιάς που ακόμα στολίζει την αυλή, αριστερά στα τριάντα μέτρα η Εθνική οδός με κίνηση καλοκαιριού, δεξιά τα καπνά του γείτονα που μια ρίζα αν του έσπαγες οδυρόταν σα να καιγόταν ο κόσμος.

 -«Μόνο ψηλά μπορώ», σκέφτηκα.
-
«Κι αν πέσει;». Παντού φυτεμένα καπνά, μέχρι το Μαχαλιώτικο. Η καθυστέρηση για την εκπόνηση σχεδίου πτήσης, είχε εκνευρίσει τους θεατές στα καφενεία.

- «Αι Στέλιο. Σήκωσέ τον!», φώναζαν κι ανήγαν μια ακόμη μπύρα. Οι γεροντότεροι, πιο σοφοί, ήταν σκυμμένοι στο ούζο τους.

Βαθιά ανάσα, συγκέντρωση, βλέμμα βορειοδυτικά και μέτρηση των μποφόρ με το δέρμα του προσώπου. Τον αφήνω, τανύζω το σπάγκο σα θυμιατό κι απελευθερώνω τόσο όσο ο Μαΐστρος ζητούσε. Ξέφυγε απ’ την κουτσουπιά, μα στο μέσο του δικού μας χωραφιού κιότεψε. 

–«Όχι, όχι μην πέσεις», παρακαλάω. Μαζεύω σπάγκο μισού μέτρου, οσφυοκάμπτω, πάλλεται προβληματισμένος, τραβώ μέχρι τις μύτες των δακτύλων των ποδιών μου, ισορροπεί, το κοινό στα καφενεία σηκώνεται με αγωνία να εκτιμήσει τη φάση, ριπή ανέμου τον σταθεροποιεί, αφήνω σπάγκο, απομακρύνεται κι ανυψώνεται, περνά το διώροφο σπίτι των Ζαρκαδ’λαίων. Λήξη πανικού!!

Οι θεατές απ’ τον Τάκελο ανακουφισμένοι γύρισαν στις κουβέντες τους. Στ’ άλλο καφενείο είχε βγει το γουρουνόπουλο, ούτε που ασχολούνταν πια με τον χαρταετό μου εκείνο το σούρουπο τ’ Αλωνάρη.

Μόνο ο πιλότος ξέρει το ρίσκο της πτήσης. Προσωρινή ηρεμία. Η μάχη κερδήθηκε όχι ο πόλεμος: καλώδια της ΔΕΗ, δημόσιος φωτισμός της εθνικής οδού, νταλίκες, λεωφορεία κι ένα διώροφο της Contiki Τours.

- «Κανόνισε να γίνει κάνα τροχαίο να τρέχουμε», είπε ο πατέρας μου με μια λαδόκολλα και δυο Άμστελ στο χέρι, καθώς γύριζε απ’ το καφενείο. Νουθέτησε κι η μάνα μου:
Αι παιδάκι 'μ, έπαιξες τώρα…μάζεψε τον κι έλα να φας, θα τ' απλώσω εγώ τα ρούχα.»

Πάντα μ άρεσε η μοναχικότητα δράσης. Όταν οι προβολείς δεν είναι πάνω μου είμαι πιο παραγωγικός. Στο μεταίχμιο μέρας και νύχτας, αναψυχής και ύπνου, τρίτης και τέταρτης μπύρας, ο χαρταετός κύριος, υπάκουος, ελεγχόμενος, ανέβαινε, απομακρυνόταν.

Στο μέσο Παπαδάτου και Μαχαλάς, πριν την Αγία Παρασκευή, εκεί που είναι ο κόμβος της Ιονίας οδού, τον άφησα να εποπτεύει ως προϊστορικό drone τα καπνά, τις λιάστρες, τους αγρότες, το σούρουπο. Έδεσα την καλούμπα στο κάγκελο της ταράτσας και τον παρατηρούσα χωρίς να τον κατευθύνω. Κοπάδια από πουλιά περνούσαν δίπλα του. Κατέβηκα να φάω.

- «Τον μάζεψες;»
- «Όχι τον έχω στον αυτόματο. θα τον αφήσω όλη νύχτα.»
-«Θα πέσει ο αέρας και θα πέσει κι ο αετός»,
είπε ο πατέρας μου.
Πετάχτηκα μέχρι το καφενείο να πάρω μια ακόμη μπύρα. Διψάγαμε.
Καλή Σαρακοστή Στέλιο!»
-«Χρόνια πολλά»,
είπα, αναγνωρίζοντας το χιούμορ.

Μια ίνα καπνόσπαγγου χαλαρή δεμένη στο κάγκελο της ταράτσας. Συνέχιζε πεσμένη στην κορυφή της Κουτσουπιάς, την ακολούθησα όπως ο Θησέας το μίτο, πέρναγε απ’ την καρυδιά των Κοκκιαίων.
- «Τι ψάχνεις Στέλιο πρωί-πρωί;», ρώτησε η Θεία Γεωργούλα.

Αγκάθια, λυγαριές, μάραθα στα πόδια. Με την αφή του σπάγκου έφτασα μέχρι το γιοφύρι. Ευτυχώς ήταν σχόλη και δεν υπήρχαν αργατιές στα χωράφια. Κοντά στο γιοφύρι πριν τα Γκουβέικα ο αντίχειρας κι ο δείχτης αδειάσαν. Η κλωστή, ο καπνόσπαγγος, η καλούμπα τέλειωσε.
Για τροχαίο ατύχημα δεν άκουσα, κακό δεν έκανα, κάποιος θα τον βρει. Κάποιος θ’ αναρωτηθεί, μακάρι να είναι παιδί!

Πόσες κουβάρες σπάγκο έβαλες ωρέ Στέλιο;»
-«Είμαστε για σπάγκο αύριο»
, είπε με γινάτι ο πατέρας.
Πέντε κατοστάρικα η δωδεκάδα!», συνέχισε.
-«Καλή σαρακοστή πάτερα!».


Ο υπερκομματικός χαρακτήρας του νέου πολιτικού κινήματος

 Γράφει ο Νίκος Ζαρκαδούλας     «Άσε μας ρε κρυφοδεξιέ! ή τι να μας πεις και ´σύ αριστερέ ακτιβιστή!» είναι δύο από τα ανώνυμα σχόλια που βρ...